Πολυτονικά με καθαρή συνείδηση

Χαζεύοντας το απολαυστικό και ταυτόχρονα εξοργιστικό This.Is.Greece. είδα την Κα Κανέλλη να ωρύεται, μεταξύ των άλλων, και για την έλλειψη γραμματοσειρών για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας στους υπολογιστές. Υπέθεσα ότι εννούσε πολυτονική γραφή. Είπε διάφορα η Κα Κανέλλη για McDonalds και ξεπουλήματα, για τα οποία δε γνωρίζω τίποτα. Ξέρω όμως κανα-δυό πράγματα για τα πολυτονικά στους υπολογιστές. Να λοιπόν μερικές γραμματοσειρές που αξίζει να έχει υπόψη όποιος γράφει σε πολυτονικό, που είναι είτε ελεύθερες για κατέβασμα, ή έρχονται μαζί με το λειτουργικό, ή περιέχονται σε κάποιο πακέτο όπως το Microsoft Office, ή τα πακέτα της Adobe, που χρησιμοποιούνται από σχεδόν όλους στο χώρο της τυπογραφίας. Δηλαδή υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να υπάρχουν στον υπολογιστή όποιου ασχολείται με τη γλώσσα, ή την τυπογραφική παραγωγή.

Η λίστα που δίνω δεν είναι καθόλου εξαντλητική, αλλά περιορίζεται σε γραμματοσειρές στις οποίες έβαλα το χέρι μου κι εγώ, και μπορώ να βεβαιώσω ότι αντιπροσωπεύουν σημαντική επένδυση σε έρευνα και εξέλιξη. Επίσης, είναι από έγκυρες πηγές, που σημαίνει ότι μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στην ποιότητα του λογισμικού. Εκτός από πολυτονικά Ελληνικά, οι περισσότερες καλύπτουν ευρεία Κυριλλικά, και μεγάλο εύρος του Λατινικού.

Με χρονολογική σειρά, λοιπόν, οκτώ συν μία γραμματοσειρές που μπορεί εύκολα να έχει στη διάθεσή της η Κα Κανέλλη:

1 Adobe Minion Pro (2000)

Η πρώτη σημαντική γραμματοσειρά σε πρότυπο OpenType με ουσιαστική κάλυψη του ελληνικού αλφάβητου, από τις μέρες ακόμα που το πρότυπο Unicode δεν είχε κατασταλάξει (υπάρχουν, δηλαδή, σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην πρώτη και τις μετέπειτα εκδόσεις της γραμματοσειράς). Πολλά από τα βασικά ερωτήματα για την εξέλιξη και τυποποίηση των πολυτονικών ελληνικών γραμματοσειρών έγιναν μέσα από την Minion Pro, που με τη σειρά της αποτέλεσε άτυπο πρότυπο για πολλούς σχεδιαστές. Όπως σχεδόν όλες οι ιστορικές γραμματοσειρές κειμένου του Robert Slimbach, η Minion Pro προσφέρεται σε πολλές παραλλαγές βάρους και πλάτους, αλλά και τεσσάρων οπτικών μεγεθών.

 

 

2 SIL Gentium (2003)

Μια ιδιαίτερα σημαντική γραμματοσειρά, από τις πρώτες με εκτεταμένη κάλυψη στα τρία ευρωπαϊκά αλφάβητα και πλήρη ενσωμάτωση στο πρότυπο Unicode (το λατινικό τμήμα καλύπτει μέχρι και τις Αφρικανικές γλώσσες νότια της Σαχάρας). Εξελίχθηκε από τον ήδη έμπειρο σχεδιαστή Victor Gaultney ως τμήμα των μεταπτυχιακών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Reading, για λογαρισμό του οργανισμού SIL. Ως η πρώτη ελεύθερη Unicode γραμματοσειρά ποιότητας με πολυτονική κάλυψη, η Gentium κυριολεκτικά μεταμόρφωσε την υποστήριξη ελληνικών σε όλα τα πανεπιστήμια όπου υπάρχουν έδρες σπουδών ελληνικής γλώσσας, καθώς και τους εκδότες δίγλωσσων εκκλησιαστικών κειμένων (μια σημαντική αγορά, ειδικά στις ΗΠΑ). Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι δεν υπάρχει πανεπιστήμιο εκτός Ελλάδος που να μην έχει εγκατεστημένη αυτή τη γραμματοσειρά. Διατίθεται ελεύθερα από αυτή τη σελίδα.

 

3 Adobe Garamond Premier Pro (2005)

Ενώ η Minion Pro είχε λειτουργικό λόγο ύπαρξης, και σαν τετοια είναι πιο συντηρητικά σχεδιασμένη, η Garamond Premier Pro (GPP) αποσκοπούσε στο να αναθεωρήσει τα δεδομένα των γραμματοσειρών κειμένου (μην ξεχνάμε ότι την εποχή που η GPP έπαιρνε το πράσινο φως οι περισσότεροι σχεδιαστές χρησιμοποιούσαν ακόμα μια πλημμύρα από Type 1 γραμματοσειρές με 8-μπιτες συνθέσεις χαρακτήρων: τα πρώτα δοκίμια που είδα, ήδη αρκετά αναπτυγμένα, ήταν το 2003). Η γραμματοσειρά επέστρεψε στις ονομαστικές της ιστορικές ρίζες (δηλαδή τα ελληνικά γράμματα του Garamond και του Granjon) αλλά είναι ξεκάθαρα εηρεασμένη από τα μετέπειτα ελληνικά γράμματα του Didot — και ορθά, αφού απευθύνεται στο σύγχρονο αναγνωστικό κοινό. Πάνω από όλα όμως είναι η γραμματοσειρά που έδειξε ότι η ιστορική ελληνική τυπογραφία μπορεί να εμπνεύσει αξιόλογες νέες δουλειές, που δουλεύουν πολύ καλά σε ρέοντα κείμενα. Και αυτή έχει πλήθος παραλλαγών στα βάρη.

 

4 Microsoft CT Cambria (2007)

Αν και διατέθηκαν το 2007, οι γραμματοσειρές της Microsoft ήταν έτοιμες σχεδιαστικά ήδη από το 2004. Το σύνολο του προγράμματος αποτελεί αξιοσημείωτο έργο, καθώς είναι η πρώτη φορά που τα τρία βασικά αλφάβητα σχεδιάστηκαν παράλληλα, αντί οι ελληνικοί και κυριλλικοί χαρακτήρες να ακολουθήσουν τους λατινικούς. Όταν η Cambria επιλέχτηκε για να εξελιχτεί σαν βασική γραμματοσειρά «εργασίας» προστέθηκαν εκτεταμένα πολυτονικά, αλλά και μαθηματικοί χαρακτήρες. Οι γραμματοσειρές ClearType είναι σχεδόν παντού: υπάρχουν σε κάθε υπολογιστή με σύγχρονο λειτουργικό Windows, κάθε υπολογιστή ανεξαρτήτως λειτουργικου με σύγχρονο Office, ή οποιονδήποτε υπολογιστή έχει εγκατεστημένο το PowerPoint Viewer (που διατίθεται ελεύθερα).

 

5 Arno Pro (2007)

H Arno Pro, σχεδιαστικά ανάμεσα στη Minion Pro και την GPP, χρησιμοποιείται εκτεταμένα σε εκδόσεις τόσο με ρέοντα κείμενα, όσο και σε ειδικές εκδόσεις όπως τα λεξικά, οι γλωσσολογικές μελέτες, και οι δίγλωσσες εκδόσεις. Όπως και οι υπόλοιπες γραμματοσειρές κειμένου της Adobe, η πλήρης οικογένεια έχει πολλές παραλλαγές βάρους και εύρους.

 

6 SBL Greek (2009)

Μία ιδιαίτερα όμορφη γραμματοσειρά, πιθανότατα η καλύτερη ενημέρωση του ιστορικού μοντέλου του Didot (από τον John Hudson, σχεδιαστή με μακρά ενασχόληση με την ελληνική τυπογραφία). Η γραμματοσειρά έχει ίσως το πιο εκτεταμένο σύνολο χαρακτήρων για Ελληνικά κείμενα που μπορεί κανείς να βρει στην αγορά: έχει σχεδιαστεί με κριτήριο τις ανάγκες των μελετητών της Γραφής, και σαν τέτοια καλύπτει και ανάγκες πολλών συγγενών επιστημών (π.χ. παλαιογραφία). Το «πρόβλημα» βέβαια είναι ότι ως γραμματοσειρά μεταγραφής χειρόγραφων δεν παρέχει παρά ένα βάρος. Διατίθεται ελεύθερα από αυτή τη σελίδα.

 

7 Adobe Text Pro (2010)

Μια γραμματοσειρά με έξι μόνο μέλη (τρία βάρη, συν τα πλάγιά τους) αλλά σύγχρονη σχεδιαστική προσέγγιση στο σύνολο των χαρακτήρων, και στην εμφάνισή της στην οθόνη και τις εκτυπώσεις, κατάλληλη για κείμενα όπου το πλήθος των παραλλαγών είναι περιττό. Ο,τιδήποτε έκανε κάποιος παλαιότερα με την μετριότατη Times Greek, μπορεί να κάνει πολύ καλύτερα με την Adobe Text.

 

8 Brill (2011)

Μια γραμματοσειρά που σχεδιάστηκε για να αντικαταστήσει το πλήθος των γραμματοσειρών που χρησιμοποιούσε ο εκδοτικός οίκος Brill, που ειδικεύεται στις ακαδημαϊκές εκδόσεις. Για το ελληνικό τμήμα ο John Hudson προσάρμοσε τα καθιερωμένα πρότυπα στις ειδικές ανάγκες του οίκου. Ο Brill ακολούθησε το παράδειγμα της Gentium, και διαθέτει τη γραμματοσειρά ελεύθερα με σκοπό να υποστηρίξει τους συγγραφείς και επιμελητές. Διατίθεται ελεύθερα από αυτή τη σελίδα.

 

[Συν μία] GFS Didot (2007)

Όπως σημείωσα πιο πάνω, σε όλες αυτές έχω συνεισφέρει, αλλού περισσότερο, κι αλλού λιγότερο. Δε μπορούμε όμως να μιλάμε για πολυτονικές ελληνικές γραμματοσειρές χωρίς να αναφέρουμε τη συνεισφορά της Ελληνικής Εταιρείας Τυπογραφικών Στοιχείων, με κύριο συντελεστή το Γιώργο Ματθιόπουλο. Οι γραμματοσειρές της ΕΕΤΣ βασίζονται σε ιστορικά πρότυπα, και προσφέρονται όλες ελεύθερα. Από αυτές ξεχωρίζω την Didot, που υπάρχει σε δύο εκδόσεις (με λατινικά, ή με εκτεταμένα πολυτονικά).

 

Υ.Γ. Με σοφή προτροπή του φίλου zvr προσθέτω μια διευκρίνηση: όλες αυτές οι γραμματοσειρές συνοδεύονται από EULA, δηλαδή συμφωνία παραχώρησης δικαιωμάτων χρήσης. Άλλες επιτρέπουν να τις αλλάξεις, άλλες όχι. Άλλες επιτρέπουν μόνο μη-κερδοσκοπική χρήση (π.χ. η Brill) και άλλες μόνο όταν έχεις το λογισμικό της εταιρείας. You get the picture, διαβάστε την άδεια χρήσης. Το βασικό σημείο είναι ότι, από τη στιγμή που ήταν ρεαλιστικό, η υποστήριξη πολυτονικών επιτεύχθηκε και μάλιστα με τρόπο που να επιτρέπει σε χρήστες να γράψουν, να διαβάσουν, και να διακινήσουν πολυτονικά Ελληνικά.

Θα ήταν ωραίο το Υπουργείο Πολιτισμού / Παιδείας / οποιοδήποτε τέλος πάντων, κάποια στιγμή στα πρώτα χρόνια της περασμένης δεκαετίας (ή και νωρίτερα — άνθρωποι σαν τον zvr μιλούσαν για την υποστήριξη ελληνικών απο το 94–95 ήδη) να είχε επιδοτήσει κάτι σαν κι αυτό που έκανε η SIL με τη Gentium, ή η SBL με τη δική της. Και βέβαια αυτοί οι οργανισμοί έχουν τα συμφέροντα και τις σκοπιμότητές τους, αλλά και το όποιο Υπουργείο έχει στόχο την υποστήριξη, ενίσχυση, και εξάπλωση της γλώσσας. Το ότι οι όποιες προσπάθειες δεν έδωσαν μια ελληνική γραμματοσειρά αναφοράς σε διεθνές επίπεδο είναι λυπηρό. (Είναι μεγάλο ζήτημα αυτό το «γραμματοσειρά αναφοράς», και χρειάζεται ολόκληρη ανάρτηση από μόνο του. Ενδεικτικά να πώ ότι μόνο η κωδικοποίηση της αυτόματης αλλαγής από πεζά σε κεφαλαία στις γραμματοσειρές της Adobe πήρε μήνες δοκιμών – και ακόμα δε δουλεύει παντού σωστά, για λόγους που δεν έχουν θέση εδώ).

 

 

Lost for words

[Preamble]

A couple of years or so ago I started discussions with Linotype on student bundles for typography students.My first sketch at a very compact set was this: 

DIN Next  Light, Regular, Bold, Black  |  Light Italic, Italic 

Malabar  Regular, Bold  |  Italic

Really No 2  Light, Regular, Medium, Demi  |  Italic, Medium Italic

Trade Gothic   Light, Roman, Bold, Condensed #18 and #20  |  Oblique, Condensed #18 Oblique

(You can tell I’ve got little use for bold italics…)

The company responded positively, and expanded on my initial proposal with many more fonts, producing eventually a Type Designer Education Pack Catalog that has been a hit with our BA students. The typeface combinations are great for the kind of text-intensive, hierarchically-rich typography we require in our projects. It has also been great to be able to offer incoming students a legal way to begin building their font libraries. 

A few weeks ago Dan and James asked me to write a few words for a specimen featuring typefaces from this collection, on the theme of classic typefaces. (They typeset the text in Harmonia Sans by Jim Wasco, one of the nicest people in the type industry).

This is what I sent them:

[End of preamble]

 

The typographer’s pack

Typeface designers are not short of analogies for their work: bricks to build two-dimensional buildings with, clothes to dress texts with, culinary ingredients to cook documents with. All of these metaphors are helpful as starting points, but a well-designed typeface will also hold up a mirror to its time, reflecting the space within which communication happens. It will also add a gloss: reinforce or subvert a trend, introduce a new set of forms, suggest a fresh take on familiar problems. Classic typefaces inform our visual environment for decades, and the best revivals extend this relationship to new forms of communication and successive generations of designers.

But the typographer is rarely concerned with single typeface families. At the heart of informed, responsible typography lies good typeface choice. A designer who respects the content and makes decisions with the user in mind will strive for a balance between identity and efficiency. These choices happen on a sea of type choices, where (for anything more than a simple sign) several kinds of information need to be visually differentiated, yet balanced and coordinated.

The best typefaces for text-intensive documents have subtle individuality. The balance of counters and blacks might sit comfortably within that ancient sweet spot of typographic density for reading, yet the texture of the paragraph will be delicately self-conscious and subversive. One or two letterforms might step out of line (like the Neo Sans “g”, and the giddy “s” in Trade Gothic). Others might keep to the overall rhythm of good typography while whistling to a tune you can’t quite place: the rootless Really No 2, the deeply rooted Malabar. Yet others stake a claim and own that space forever, marking any interlopers as imitators: DIN and Frutiger, and Swift.

None of these typefaces can be described as indulgent, save for the occasionally too-wide family. But in their combinations they offer an exceptionally rich typographic palette.And this is where the type-fun begins: give me the millions of possible combinations, to discover the ones that not only do the job, but make the document memorable, and a pleasure to read.

A comics reminisce, and the Daytripper

 

It gets more difficult for books to take me by surprise, as I get older. It may be down to the books I read, but I tend to find this in comics more than in prose (my generation never called them ‘graphic novels’, but this is what I’m talking about).

Manara's HP and Giuseppe Bergman
Giuseppe Bergman and the calm before the storm

My love of comics goes back to the dawn of my literacy – the combination of story and images speaks to me very strongly. During my thirteenth year a new magazine called βαβέλ (babel) hit the newsstands in Athens, translating into Greek a knowledgeable selection of mostly European comics. Monthly instalments of anarchic, fantastical, irreverent, and sometimes profound illustrated stories held a mirror up to two deeply messed up decades, full of crises, political fluctuations, and social unrest. Post-1968 European artists had little patience for the self-absorbed, blathering demigods of 2000AD or Marvel. Instead, I got Liberatore and Tamburini’s dystopian Ranxerox, anticipating the broken down cities of Blade Runner; Édika, Gottlieb, and Lauzier, showing up the absurdities of urban middle classness; the dark, black humour of Altan and Vuillemin (still going strong); and Reiser, subversive even thirty years after his death. I balanced these with Will Eisner‘s deeply human stories, Hugo Pratt‘s languorously adventurous Corto Maltese, and Manara’s extended Bergman stories: like Corto Maltese, a man caught in a turbulent stream of fate, but dealing with his predicament rather less gracefully. (By the way, has anybody noticed that Hayao Miyazaki’s Porco Rosso is really a porcine Corto Maltese?)

Abuli & Bernet's Torpedo
Abuli & Bernet’s Torpedo

The French and Italians dominated my early collection: Giardino, Battaglia, Varenne, Saudelli, Crepax, most of them alternating between adaptations of noir story lines and wonderfully indulgent fantasies. I suspect that my love of noir literature was seeded with Abuli & Bernet’s Torpedo, and Muñoz & Sampayo’s Alack Sinner. These partnerships of superb storytellers and image-makers (Spanish and Argentinian, respectively) have superlative peers today: Darwyn Cooke’s coldly amoral Parker, an exceptional translation of Richard Stark‘s character, is rivalled for impact by Jacques Tardi’s adaptation of Manchette’s West Coast Blues. I re-read both frequently: they are masterpieces of telling a story with the least expenditure of words: only situation, and action.

‘Your sorrow, my sorrow’

All of these stories have characters (men, mostly) in different stages of coming to terms with a world that exceeds them. In noir, the main character may have the odds stacked against him, but has perseverance, cunning, and strength to carry him forward. The most interesting stories introduce any range of character flaws, making the personalities more human. Unlike Stark’s ruthlessly efficient Parker, Andrea Pazienza‘s Zanardi is amoral in a self-destructive way, just as Moebius‘ John DiFool is a hunkering coward. By far my favourite ‘man-in-over-his-head’ character has been Pierre Christin & Enki Bilal‘s Alcide Nikopol: dislocated in time (through a bungled hibernation) and frame of reference (an Earth where ancient Egyptian gods play politics) he strives to adapt while still sucking in as much of this new world he finds himself in.

Alcide Nikopol and Horus the God
Alcide Nikopol and Horus the God

I knew Fábio Moon and Gabriel Bá from De-Tales (and Bá from The Umbrella Academy). A few days ago I got a copy of Daytripper. I started reading, and it hit me like a sledgehammer.

The book is about Brás, a man with ambitions to be a writer, a good father, a worthy son, and a friend. Each chapter picks one part of his life, but weaves in the storyline the unpredictability of accidents, a series of plausible ‘what ifs’ which interrupt the storyline. This is a device every Greek understands well: the Three Moirai (or Three Fates), Clotho, Lachesis, and Atropos spin, apportion and cut the thread of life. (Yes, that’s the origin of the phrase.) In the Daytripper the story picks up in the next chapter, the point of interruption unknown. This wonderful device, a cross between parallel universes and a linear world, is life laid bare: a microcosm of emotions and personal, immediate relationships, within a maelstrom of unpredictability. Most will pass with little effect, some will upturn everything.

Daytripper, three generations under a tree
Three generations under a tree

There is a lot to read in Brás’ desire for his life to exceed the limits of the immediate action and relationships. He strives to be a good friend, and father, but has deeper desires: he captures perfectly the frustration at the heart of the modern human condition, where a wider consciousness, contemplation, and ambition can place seemingly insurmountable obstructions. For most of the Daytripper, Brás embodies F Scott Fitzgerald’s famous aphorism: ‘This is what I think now: that the natural state of the sentient adult is a qualified unhappiness.’

The dialogue is economical, like reality distilled. With the excess of words removed, the force of the environment and the unspoken, imagined expressions become more powerful. And it underlines the unspoken moments, when what is not said is more powerful than paragraphs of text. This is right at the heart of the power of comics: the illustrator does not supplant the visual imagination of the reader, but fires it up and channels it in new directions. The experience of reading becomes imaginatively richer because of the presence of images.

The women in Brás’ life offer a fascinating insight into the mind of the troubled male. They are ever-present, but in the periphery; they represent the family, continuity, and the next generation, but do not share in his contemplation. Only towards the end do we see a shift: when the son has taken on the role of father himself, companionship and affection have proven a stronger constant. This is juxtaposed with the role of Jorge, Brás’ friend: stronger in intensity, alternatively present and missing, catalytic at times, but ultimately absent. The overarching feeling of solitude, the man and his thoughts alone, is accepted and embraced brilliantly at the end of a life full of people.

The Daytripper is the best example of visual poetry I have read in quite a while.

Daytripper
A man and his thoughts, with coffee, by the sea

Time Capsule reborn

If you have a Time Capsule, you won’t have escaped the news that they tend to die sooner than they should. The Time Capsule Memorial Register will have been on your mind, especially if you’ve read the news reports (see ‘Apple finally admits problems with Time Capsule and offers replacement’ in The Guardian, for example). All the more worrying if you use the thing for a Time Machine backup.

I sent mine to Chris Fackrell, who tested and repaired the power supply, then punched a hole on the baseplate to enable ventilation. Well, ‘punched a hole’ is what I would have done; what Chris did is indistinguishable from OEM work, save for the use of a metal mesh (which does look better than the cutouts in plastic Apple would have used, if they had designed the thing with adequate ventilation). He also replaced the hard drive, so I got a hefty upgrade in capacity.

The cost of doing this was less than the cost of a new Time Capsule, which would be in risk of failing itself anyway. And much less that the cost of a new Base Station and a NAS, which is what the Time Capsule is in my setup.

If you’ve got one, check it out. My warning signs were overheating of the case, and brown marks on the baseplate.